εὐάρεστον

εὐάρεστος
wellpleasing
masc/fem acc sg
εὐάρεστος
wellpleasing
neut nom/voc/acc sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • благооугодьныи — (17) пр. 1.Устремленный к благу, добродетельный: постьничьскоѥ житиѥ бл҃гооугодноѥ. (ἀρίστην) КР 1284, 214б; въ тѣхъ бл҃гооугодьныхъ дѣлѣхъ добрѣ поживъ Пр 1383, 53г; разумѣите что есть волѩ б҃и˫а. ˫ако не токмо бл҃гъ долженъ есть быти. но и… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • богооугодьныи — (22) пр. Угодный богу, богоугодный, благочестивый: житиѥ ли б҃гооугодьно и сп҃сьно. Изб 1076, 5 об.; и гл҃аше къ кнѩзю добръ съвѣтъ б҃ооугодьнъ. СкБГ XII, 20а; ѡ сп҃сении д҃ши и б҃ооугоднѣмь житии. ЖФП XII, 62б; ѡ(т) цр(с)кыѩ крѣпости г҃ьство… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • ευάρεστος — Όνομα αγίων της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. 1. Ο μάρτυς. Βλ. λ. Μάρτυρες δέκα εν Κρήτη. 2. Ο όσιος. Καταγόταν από επίσημη οικογένεια της Γαλατίας. Ήταν ασκητής της Μονής Στουδίου επί Λέοντα E’ του Αρμένιου. Η μνήμη του τιμάται στις 26 Δεκεμβρίου.… …   Dictionary of Greek

  • ευπέμπελος — εὐπέμπελος, ον (Α) η λ. μόν. στον Αισχύλ. αυτός που αποπέμπεται, που αποδιώχνεται εύκολα, που καθαιρείται, που καταπατείται εύκολα («αὗται, δηλ. αἱ Εὐμενίδες, ἔχουσι μοῑραν οὐκ εὐπέμπελον» έχουν τέτοιο αξίωμα, ώστε να μην αποπέμπονται εύκολα,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.